Η ιστορία και τα καμώματα του μικρού λοστρόμου > επεισόδιο 3
Οκτώβριος 23, 2007
Ο William είμαι Σέρ, από τη reception. Το αυτοκίνητο σας είναι στην είσοδο, οι αποσκευές σας έχουν τοποθετηθεί και ο James σας περιμένει.
Ευχαριστώ William. Κατεβαίνω σε λίγα λεπτά.
Κοίταξε γύρω του ρίχνοντας μια τελευταία ματιά. Σαν νάθελε να βεβαιωθεί ότι, με την επιστροφή του, θα τα ξανάβρισκε όλα στη θέση τους. Φύσηξε τον καπνό, έσβησε το τσιγάρο, κι’ έστρεψε το βλέμμα του έξω από το παράθυρο. Έξω, απλωνόταν ένα υπέροχο θέαμα. Οι ουρανοξύστες του Μανχάτταν, ψηλοί και αγέρωχοι. Ο τεράστιος μεγαλοπρεπής όγκος τους, πάντα του προκαλούσε ένα δέος. Ένα χαμόγελο φάνηκε να διαγράφεται στα χείλη του. Σαν νάθελε να αποχαιρετήσει τους ουρανοξύστες, τα φιλαράκια του, όπως χαϊδευτικά τους αποκαλούσε.
Ποτέ δεν σκιαζόταν τα ύψη. Αθελα του, έφερε στο μυαλό, εικόνες ευχάριστες, της παιδικής, ανέμελης ηλικίας. Παιδί τότε, πολλά χρόνια πρίν, σκαρφάλωνε στα βράχια του Ταϋγετου, πίσω στην αγαπημένη του πατρίδα. Σαν μικρό αγριοκάτσικο, αναρριχώταν από βράχο σε βράχο μέχρις ότου φτάσει στην κορυφή. Τότε, σαν έφτανε, τότε μόνο γύριζε πίσω να δεί από ψηλά, κάτω, χαμηλά, απλώνοντας το βλέμμα σε όλο το απέραντο του κάμπου πέρα, ως εκεί που μπορούσε να φτάσει η παιδική του ματιά. Ωραία ήταν τα χρόνια εκείνα. Ωραία και ανέμελα.
Από τις σκέψεις και τις θύμησες τον έβγαλε η φωνή της οικονόμου του, της Λώρας.
Κύριε Δημήτρη, θέλετε κάτι άλλο? ρώτησε. Ο James είναι έτοιμος, σας περιμένει.
Όχι Λώρα, της απάντησε. ‘Οχι γλυκειά μου, δεν χρειάζομαι κάτι, δεν φαντάζομαι να έχω ξεχάσει κάτι. Να μου προσέχεις τα φιλαράκια μου όσο θα λείπω. Α! και τα γεράνια, μην τα αφήσεις να μαραθούν!
Γυρνώντας την αγκάλιασε και την φίλησε τρυφερά στα μάγουλα. Η Λώρα τον φίλησε στο μέτωπο, και προσπαθώντας άσκοπα να κρύψει ένα της δάκρυ, του είπε.
Όχι, κύριε Δημήτρη μου, δεν θα τα αφήσω να μαραθούν. Να μου φιλήσης την μητέρα σου και να την διαβεβαιώσεις ότι σε προσέχω σαν νάμαι αυτή, σάν νάσαι δικό μου παιδί.
Τό ξέρει πάρα πολύ καλά Λώρα, έστω κι άν δεν το παραδέχεται. Αλλά, μην ξεχνάμε ότι είναι αυτή που είναι, και δύσκολα τώρα πιά να αλλάξει. Θα την φιλήσω εκ μέρους σου και μέχρι τότε έχω καιρό να σκαρφιστώ κάποια καλή δικαιολογία στο επίμονο της ερώτημα “γιατί δεν έφερες τη Λώρα και τον Τζώρτζ αυτή τη φορά μαζί σου?”. ‘Ετσι γλυκειά μου?
Ο Δημήτρης της χάϊδεψε το μάγουλο, φροντίζοντας να σκουπήσει εκείνο το δάκρυ, και σαν αιώνιο σκανταλιάρικο παιδί, της έστειλε ένα τελευταίο φιλί φυσώντας το με τα δάκτυλα στα μάγουλα της.
Γειά σου γλυκειά μου Λώρα, θα προσέχω τον εαυτό μου, μην ανησυχείς για μένα.
Σε λίγα λεπτά βρισκόταν κάτω στην είσοδο.
Γειά σου William! Να προσέχης όσο θα λείπω, ΟΚ?
Ο William του έσφιξε το χέρι με ένα πλατύ χαμόγελο, αποχαιρετώντας τον.
Κύριε Δημήτρη, εσείς να προσέχετε, οι Ερινύες και οι Αφροδίτες από ότι μαθαίνω, βρίσκονται παντού, σε όλη την Ελλάδα!
Και του έκλεισε το μάτι πονηρά.
Ο James του άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.
Σε μία ώρα περίπου θα βρισκόταν στο JFK. Και μετά…..
Μετά θα βρισκόταν στην πατρίδα, στο σπίτι. Στο αγαπημένο πατρικό στη Μάνη, στον Ταϋγετο, στα χωράφια, στους απέραντους ελαιώνες, τα αμπέλια. Σε ένα γλυκό, οικείο χώρο. Σε ένα απέραντο αγαπημένο, γνώριμο τοπίο.






